Τίτλος: ΑΝΑΡΡΩΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ
Ερώτηση:
Απάντηση:
Στις περιπτώσεις ασθένειας του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν προβλέπεται ρητά από τον νόμο κάποια ιδιαίτερης μορφής άδεια, η οποία να έχει θεσπιστεί αυτοτελώς για αυτό τον σκοπό. Όλοι γενικά οι μισθωτοί, δηλαδή ανεξάρτητα με το αν πρόκειται για υπαλλήλους ή εργατοτεχνίτες, στις περιπτώσεις όπου δεν μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, έπειτα από (10) ημέρες τουλάχιστον παροχής εργασίας, συνεπεία σπουδαίου λόγου (λ.χ. ασθένειας), που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά τους, δικαιούνται να λάβουν από τον εργοδότη τους τον μισθό του χρόνου της αποχής από την εργασία τους (άρθρο 657 Αστικού Κώδικα).
Οι εκ του νόμου οριζόμενες περιπτώσεις αποχής του εργαζομένου χωρίς υπαιτιότητά του είναι οι εξής:
α) Αποχή λόγω ασθένειας βραχείας διάρκειας: Από τον νόμο ορίζεται (άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 2112/1920 και άρθρο 8 του ΒΔ της 16/18.7.1920) ως ασθένεια «βραχείας διάρκειας» η απουσία του μισθωτού από την εργασία του η οποία έχει διάρκεια i) έναν (1) μήνα, για τους υπαλλήλους που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη ως τέσσερα (4) συνεχόμενα έτη, ii) τρεις (3) μήνες για τους υπαλλήλους που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη περισσότερο από τέσσερα (4) συνεχόμενα έτη, αλλά όχι όμως πάνω από δέκα (10), γ) τέσσερις (4) μήνες για τους υπαλλήλους που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη περισσότερο από δέκα (10) συνεχόμενα έτη, αλλά όχι όμως πάνω από δεκαπέντε (15), ενώ για τους υπαλλήλους που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη για χρονικό διάστημα ανώτερο των δεκαπέντε (15) ετών λογίζεται χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών.
β) Αποχή λόγω ασθένειας μεγαλύτερης διάρκειας ή εξ άλλης αιτίας: Αν η αποχή από την εργασία είναι μεγαλύτερης διάρκειας από τα όρια που θέτει το άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 2112/1920 και το άρθρο 8 του ΒΔ 16/18.7.1920 ή αν η αποχή δεν οφείλεται σε ασθένεια, αλλά σε άλλη αιτία, τότε το δικαστήριο θα κρίνει με βάση τα πραγματικά περιστατικά που συνοδεύουν την αποχή εάν η αποχή συνιστά σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης.